Πόσο η φόρα ήταν μεγάλη …  (Ιστορίες και Μνήμες)

 

Παρουσίαση βιβλίου από τον Ν. Δελφάκη
Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ το βιβλίο του Φιλοποίμενα – ΜΑΚΗ ΠΑΠΟΥΛΙΑ (ΜΠ) με τον τίτλο «πόσο η φόρα ήταν μεγάλη …» (Ιστορίες και Μνήμες). Πρόκειται για ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό,

βασισμένο σε ημερολόγιο που κράταγε ο συγγραφέας για μακρά χρονικά διαστήματα ή για θύμησες του ιδίου και παραδόσεις της οικογενείας του,  εκεί όπου δεν τηρείτο ημερολόγιο.

Ι. Σχετικά με τον τίτλο: Ο ΜΠ, αριστερός από νέος στις δύσκολες 10ετίες του 1950 και 1960, ανακαλύπτει σιγά – σιγά πόσο απέχει η θεωρία από την πράξη και τα λόγια από τα έργα, όταν γνωρίζει την επίσημη και οργανωμένη αριστερά.  Ανακαλύπτει πόσο απέχει η άδολη και με ελπίδες στράτευση σε τέτοιες πανανθρώπινες αξίες και  ιδέες, από την σκληρή πραγματικότητα. Καλύτερα όμως έχει επεξεργαστεί αυτή  την αντίφαση ο στενός του φίλος Μπάμπης Λυκούδης, ο οποίος θέλοντας να την περιγράψει, χρησιμοποιεί το χιούμορ και την αυτοειρωνεία. Ενώ συνυπηρετούσαν στο 516 Τάγμα Πεζικού στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, πατενταρισμένοι αριστεροί και οι δύο και επομένως σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες,  έτσι ξαφνικά, γύρισε στον ΜΠ και του φώναξε: «Φιλοποίμενα, Φιλοποίμενα, τώρα γυρίζω πίσω και κοιτάζω και τη ζωή μας αναμετρώ και βλέπω πόσο η φόρα ήταν μεγάλη και το πήδημα μικρό». Ο καημός κάθε αριστερού της εποχής εκείνης!! (και όχι μόνο).  Που στρατεύτηκε, με μεγάλο προσωπικό κόστος,  σε μια αριστερά που υποσχόταν ανανέωση, εκδημοκρατισμό,   εκσυγχρονισμό και πλάκωσε στη χώρα μια «απρόσμενη» δικτατορία με ό,τι αυτό συνεπαγόταν. Βέβαια η όλη φράση δεν είναι πρωτότυπη ιδέα του επιστήθιου φίλου του, είναι ελαφρώς παραλλαγμένος στίχος του ποιητή Κώστα Ουράνη « Τώρα γυρίζω και κοιτάζω/ και τη ζωή αναμετρώ/-πόσο μεγάλη ήταν η φόρα/-πόσο το πήδημα μικρό!».

ΙΙ. Ποιος ιδιαίτερος λόγος μπορεί να υπάρχει ώστε να γίνει αναφορά για το βιβλίο του ΜΠ στην περιοχή μας και να απασχολήσει τα Αρκαδικά ΜΜΕ και οδήγησε κι εμένα να πραγματοποιήσω τούτο το αφιέρωμα; Είναι που ο ΜΠ είναι Αρκάς κι από τον τόπο αυτόν ξεκινάει το βιβλίο. Από την γέννησή του, το 1942,  στο χωριό Ψάρι Γορτυνίας του πρώην Δήμου Τρικολώνων, ανάμεσα Μεγαλόπολη, Καρύταινα και Στεμνίτσα. Τρίτο παιδί του Βασίλη Παπούλια και της Σταυρούλας Τσακόγιαννη – από το κοντινό χωριό Παύλια Αρκαδίας, αυτή.  Και είναι που, μετά από ξεριζωμό, περιπέτειες και απόλυτη, αναγκαστική,  απομάκρυνση από την Αρκαδία, ο ΜΠ σε αυτήν ξαναγυρίζει. Ενώ ο πατέρας είχε πουλήσει το ρημαγμένο πατρικό σπίτι στο Ψάρι, για να μπορέσει να χτίσει ένα δωμάτιο ακόμα στο Μπραχάμι για την οικογένειά του, ο ΜΠ κάπου στα 1989-1990 αγόρασε στο χωριό άλλο σπίτι, το ανακατασκεύασε, άρχισε να έρχεται πλέον συχνά – πυκνά    και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ίδρυσε με συνεργάτες του την ΑΡΚΑΔΙΑΝΗ. Μια πρότυπη αγροτουριστική μονάδα « … στο Ψάρι δημιουργήσαμε για τα μέτρα του χωριού κάτι πολύ σημαντικό, φτιάξαμε την Αρκαδιανή, ένα μοντέλο, ένα παράδειγμα αναπτυξιακό ….. η επιχείρησή μας πάτησε για τα καλά στα πόδια της …. Τα προϊόντα της ταξιδεύουν σ΄ όλο τον κόσμο … η κρίση μας φρέναρε, μας κράτησε πίσω στο αναπτυξιακό πρόγραμμα που είχαμε. Τώρα έχουμε καινούργια σχέδια, γεννάμε καινούργιες ιδέες, δεν το βάζουμε κάτω …».

ΙΙΙ. Προτείνω απερίφραστα να διαβάσει κανείς το βιβλίο, όχι επειδή σ΄ αυτό θα βρει λογοτεχνικές δάφνες, είναι γραμμένο ωστόσο προσεκτικά και με γλώσσα που ρέει άνετα, χωρίς περικοκλάδες. Τότε, γιατί να το διαβάσει κανείς που δεν γνωρίζει τον Μάκη και δεν έχει προσωπικό λόγο; Επειδή αφενός ξεχειλίζει η συγκίνηση και αφετέρου, μέσα στις σελίδες του περνάει με τρόπο άμεσο, προσιτό, σαφή και χωρίς αξιολογικές κρίσεις, αλλά με γεγονότα, μέσα από προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιπέτειες η ιστορία της χώρας, κυρίως  στις κρίσιμες δεκαετίες του ’50 και ’60. Τουλάχιστον εμένα αυτή ακριβώς η ιστορία με ενδιαφέρει και με  συναρπάζει τα τελευταία χρόνια. Αυτή που αποτυπώνεται ως μαρτυρία από τους ίδιους τους ανθρώπους που υπάρχουν και δρουν οι ίδιοι στην εποχή που αναφέρονται, που ζουν κυριολεκτικά στο πετσί τους τα γεγονότα. Που είναι πρωταγωνιστές σε κείνες τις μικρές ή μεγαλύτερες περιπέτειες που δείχνουν την τραγική πορεία του ανθρώπου, τον πόνο του, την αγωνία του, την απορία του, μπροστά σε συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα, τα οποία αισθάνεται αδύναμος να επηρεάσει και κάποιες φορές πέφτουν σαν έντονος κατακλυσμός, το ένα πίσω από το άλλο. Παρακάτω,  με τα παραδείγματα που θα αναφέρουμε από το βιβλίο του ΜΠ, θα γίνει περισσότερο κατανοητό αυτό.

Η ζωή του ΜΠ, έτσι όπως περιγράφεται στο βιβλίο, οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα, μια  γεμάτη ζωή. Με συνεχείς συγκινήσεις και εντάσεις. Με τεράστιες δυσκολίες,  που η αρκαδική του οξύνοια βρίσκει τρόπους να αντιμετωπίσει. Προκύπτει ότι ο ΜΠ ανήκει στους ανθρώπους εκείνους που δεν μπορούν να μείνουν αδιάφοροι με όσα συμβαίνουν στην χώρα ή στον  περίγυρό τους. Βουτάει στη ζωή, μετέχει ενεργά, διεκδικεί μερίδιο,  είναι έτοιμος να πληρώσει το κόστος για τις επιλογές του. Η Ελλάδα και οι πληγές της, κυρίως στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Και ο συγγραφέας, στενά δεμένος μαζί της, να πληγώνεται κι αυτός. Δεν είναι ο τρίτος – παρατηρητής, είναι το δρών παιδί της, όπως τόσα άλλα.  

Θεωρώ χρήσιμη την αναφορά σε μια περίληψη του βιβλίου που θα μας δώσει και τη δυνατότητα αντιγραφής αποσπασμάτων του:

Ο πατέρας,  πολεμιστής της Αλβανίας με μια σφαίρα στο σώμα του, εκτός από τα πρόβατα που είχαν με τον αδελφό του,  ήταν γραμματέας του Αγρονομείου Καρύταινας. Στην κατοχή βοήθησε την αντίσταση και τούτο ήταν ασυγχώρητο για την απελευθερωμένη Ελλάδα. Τον είχαν προγράψει για να τον δολοφονήσουν, όπως ο ίδιος ο υποψήφιος δολοφόνος αποκάλυψε και η οικογένεια αναγκάστηκε να φύγει από το Ψάρι το 1947 όταν ο Μάκης ήταν σε ηλικία 5 ετών και οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του σε ηλικία 10 και 8 ετών. Κατάφερε και πήρε μετάθεση για το Αγρονομείο Καρύστου και μήνυσε στη γυναίκα του να τα πουλήσει όλα, να πάρει τα τρία μικρά παιδιά τους και να πάνε να ζήσουνε στην Κάρυστο   « … Το ψάρι στην Κατοχή τάχθηκε με το ΕΑΜ και ο πατέρας μου τον χειμώνα, όταν τα χιόνια θέριζαν τους αντάρτες στα βουνά, έστελνε εφόδια, ψωμί και σφαχτά, όπως μας έλεγε αργότερα. Χαρακτηρίστηκε εαμίτης περισσότερο από το σόι της μάνας μου, τους Τσακογιανναίους …. Τέλη του ’45 με αρχές του ’46 ο εμφύλιος ήταν προ των πυλών, το χωριό μας δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Η ζωή του πατέρα μου κινδύνευε καθημερινά στη διαδρομή από την Καρύταινα στο Ψάρι…. ΄Ετσι πήρε την μεγάλη απόφαση να φύγει για την Αθήνα απροειδοποίητα μέσα στη νύχτα… Μουδιασμένη και με τις αμφιβολίες να την κατατρώγουν η μάνα μου άρχισε να μαζεύει ό,τι μπορούσε. Πούλησε την άσπρη γαϊδούρα … πούλησε το μουλάρι και τις κατσίκες μας και χάρισε τα κουνέλια και τις κότες. Κατέβασε τον γιούκο με τις μάλλινες μπατανίες, τα απλάδια, τις κουβέρτες …. και έβαλε μπόλικη ναφθαλίνη αφού είχε την αυταπάτη ότι θα επέστρεφε γρήγορα στο σπιτικό της …. Με τρία μουλάρια φτάσαμε στου Μπιλάλη, στον σταθμό του τρένου έξω από τη Μεγαλόπολη, μαζί και η γιαγιά μου Λαμπρινή και η θεία μου η Διαμάντω …….. Όταν το τρένο ξεκίνησε, η γιαγιά μου σκούπισε τα δάκρυά της με το τσεμπέρι της, γύρισε το βλέμμα της προς τα χωριά μας κι έμεινε έτσι αμίλητη για πολλή ώρα, ίσως ήταν η μόνη που καταλάβαινε εκείνη τη στιγμή ότι ο τόπος μας έμπαινε σε περιπέτειες και ότι για την ίδια, τουλάχιστον, δεν θα υπήρχε επιστροφή».

Στην Κάρυστο τα φέρνουν βόλτα με τον μικρό μισθό του πατέρα και είναι η πιο ήσυχη περίοδος στη ζωή του, μέχρι που το 1954 χωρίς να το περιμένει κανείς παρά μόνο ο πατέρας μπορεί να το υπολόγιζε σαν ενδεχόμενο, πέφτει σαν κεραυνός η απόλυσή του, με βάση νόμο περιορισμού του αριθμού των υπαλλήλων!! Αρχίζει μια πραγματικά δύσκολη περίοδος στην Αθήνα πια.  Τα παιδιά απογευματινό γυμνάσιο για να μπορούν να εργάζονται το πρωί, αργότερα ο πατέρας άνοιξε ένα μικρό μαγαζάκι, καπνοπωλείο – ψιλικατζίδικο στο κέντρο της Αθήνας, στην αγορά, εκεί όπου ο ΜΠ έφηβος πια γυρνάει με τις ώρες, βλέπει και μαθαίνει την πιάτσα και τους ανθρώπους της. Εξαντλητικά τα ωράρια, μαθητής και εμποροϋπάλληλος, ταυτόχρονα,  ετοιμάζεται για την ΑΣΟΕΕ, γίνεται φοιτητής της, στο μεταξύ έχει προσεγγίσει την αριστερά και οργανώθηκε στη νεολαία της ΕΔΑ. Ακολουθεί αποβολή του από την ΑΣΟΕΕ. Οι πολιτικές του ανησυχίες, τα ερωτήματά του για τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», το φουντωμένο και με σφρίγος νεολαιίστικο κίνημα που αντιμετωπίζεται γραφειοκρατικά από τους μονόχνωτους της κομματικής ηγεσίας, τον οδηγούν σε συνεχείς αμφισβητήσεις και διαγράφεται από την νεολαία της ΕΔΑ!!

Στο μεταξύ ο πατέρας αγόρασε με δόσεις ένα μικρό οικόπεδο στο Μπραχάμι για να χτίσει ένα μικρό αυθαίρετο, όπως έκαναν πολλοί, στο Μπραχάμι που «…. Έμοιαζε λίγο με το χωριό μας, το Ψάρι. Δίπατα πέτρινα σπίτια με αυλή, αγροτικά εργαλεία και ζώα στις αυλές, μαντριά και τσοπάνηδες, χωματόδρομοι παντού, κοινόχρηστα πηγάδια ….». ΄Ακρως συγκινητική η αφήγηση για την κάθοδο του πατέρα στο Ψάρι, μετά 15 χρόνια « … Μετά 15 χρόνια απουσίας, ο πατέρας μου κατέβηκε στο Ψάρι, στο χωριό του. Τολμηρό βήμα και δύσκολο. Έναν λόγο είχε, να πουλήσει το σπίτι, να πάρει μετρητά και να φτιάξει ένα δωματιάκι ακόμη στο Μπραχάμι. Δεν μπορούσε να βρει άλλη λύση, πονούσε βαθιά μέσα του, αλλά δεν το έδειχνε. Όταν έφτασε στο χωριό, ανέβηκε τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα, είδε αδειανό και λεηλατημένο το σπίτι μας, το παραγώνι χάλια. Κόμπιασε. Δάκρυσε. Προχώρησε μέσα στη σάλα, το ίδιο … Η νύφη του, η Φωτεινή από δίπλα, του είπε: ¨Περνάγανε, Βασίλη μου, οι αντάρτες, μένανε ένα βράδυ, παίρνανε και ό,τι τους ήταν χρήσιμο … το ίδιο γινότανε και με τον στρατό¨. Ούτε το σπίτι τον χωρούσε, ούτε το χωριό. Με εφτά χιλιάδες πούλησε το σπίτι και με δύο χιλιάδες όλα του τα χωράφια … Γύρισε πίσω στεναχωρημένος και πικραμένος …. Τελεία και παύλα με το Ψάρι, κάτι πήγε να πει η μάνα μου, τη σταμάτησε απότομα …. Εμείς τα παιδιά, δεν αντιδράσαμε καθόλου, δεν είχαμε συναισθήματα για το χωριό, είχαμε άγνοια, μας είχε καταπιεί η Αθήνα. Οι εκπατρισμένοι αγρότες από την Αρκαδία βρήκαν φιλοξενία στο Μπραχάμι, στη γειτονιά μας, ήταν πολλοί από τα Λαγκάδια ……».

Τα Ιουλιανά, η δολοφονία του στενού του φίλου και συμφοιτητή του Σωτήρη Πέτρουλα, η δύσκολη και επικίνδυνη στρατιωτική του θητεία στα χρόνια της δικτατορίας και η εκτόπισή του στη Λέρο από τον Ιούλιο 1969 (που διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο 1970) « … ως στελέχους των ΚΚΕ/ΕΔΑ με εκτεταμένην δράσιν και ως λίαν επικινδύνου …». Στην εξορία καθώς και στα χρόνια της στρατιωτικής θητείας κρατούσε τακτικό ημερολόγιο που αντιγράφεται στο βιβλίο.  Είναι άξιον απορίας: Αναφέραμε παραπάνω ότι δεν ήταν καν μέλος της ΕΔΑ, είχε διαγραφεί από την νεολαία της, ωστόσο και εκτοπίστηκε για πάνω από ένα έτος και πέρασε δύσκολα στα χρόνια της στρατιωτικής του θητείας. Θα είχαν αποφευχθεί, υποθέτω, αυτά, αν υπέγραφε μια δήλωση. Ο ίδιος σε μια συγκλονιστική παράγραφο του βιβλίου, που επαναλαμβάνεται μάλιστα στην εξωτερική πίσω σελίδα και δεν μπορεί να αντιγραφεί ολόκληρη στο παρόν,  δίνει μια εξήγηση: « … Είχα συνειδητά αποφασίσει να παραμείνω αμετανόητος αριστερός  … όχι από κανέναν φανατισμό και προσήλωση στις απόψεις του ΚΚΕ …… κράτησα αυτή την ακραία στάση από δημοκρατική υπερηφάνεια απέναντι στη χούντα …. Είχα όμως κι άλλους λόγους στη ζωή μου να είμαι σκληρός, αδιάλλακτος και ¨ανυπόγραφος¨. Είχα έναν πατέρα δημόσιο υπάλληλο που τους τα υπέγραψε όλα για να γλιτώσει τη δουλειά του και την οικογένειά του και τον απέλυσαν ……. Είχα την υπερηφάνεια των καπετάνιων του ΄21 και της Εθνικής Αντίστασης στην πατρίδα μου την Αρκαδία ….». Η περίπτωση θυμίζει τον πρώην πρόεδρο της ακαδημίας Αθηνών Κων. Δεσποτόπουλο. Αρνείτο να υπογράψει δήλωση κι ας μην ήταν ΚΚΕ, έτσι, επειδή το θεωρούσε αναξιοπρεπές.

Ας τελειώσουμε πάλι με την Αρκαδία και το Ψάρι. Αναφέραμε παραπάνω ότι τα παιδιά δεν είχαν κάποιο συναισθηματικό δέσιμο, έφυγαν μικρά από το χωριό κάτω από αντίξοες συνθήκες. Κι όμως! Τι είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να γυρνά, να αναζητά τις ρίζες του!!. Ο ΜΠ αγόρασε άλλο σπίτι στο Ψάρι, το έφτιαξε, άρχισε να καλεί κόσμο, φίλους, συγγενείς απ΄ όλη την Ελλάδα, πρωταγωνίστησε σε ενδιαφέρουσες  δράσεις και εκδηλώσεις του χωριού και πριν την ΑΡΚΑΔΙΑΝΗ. Και για το πανηγύρι του 1990 γράφει « … Μου αρέσει αυτές τις μέρες στο χωριό να προσκαλώ συγγενείς του πατέρα μου ή αδέλφια της μάνας μου … , να μνημονεύουμε τους νεκρούς συγγενείς και φίλους, να μεθάμε από νοσταλγία και αγάπη για ό,τι έφυγε και δεν ξαναγυρίζει πια … Φέτος είχα τη θεία Αλεξάνδρα, αδελφή της μάνας μου με τον γιο της Χαρίλαο. Τους άρεσε το χωριό και όλα αυτά που κάνουμε, γύρισε στο χωριό της, την Παύλια, μετά από 60 χρόνια, μπήκε στο πατρικό της, έλιωσε στη συγκίνηση … Η θεία μου η Μήτσαινα, η καλύτερη μαγείρισσα του χωριού, είχε αρνί στην κατσαρόλα με χυλοπίτες ….. συγκινούμαι πολύ, μου είναι αδύνατον να συγκρατηθώ, νομίζω ότι επιστρέφουν όλοι αυτή τη μέρα και κάπου αχνοβατούν δίπλα μας, ψάχνοντας μήπως τους έχουμε ξεχάσει … Που να ξέρουν πόσο πολύ μας λείπουν …».

 

Μάκη σ΄ ευχαριστούμε για το βιβλίο και για τη συγκίνηση που μας έδωσες μ΄ αυτό, αλλά και το έντονο ενδιαφέρον να το διαβάσουμε γρήγορα, να δούμε τι άλλο πια θα συμβεί! Νομίζω ότι η Αρκαδία – Τρίπολη πρέπει να είναι το δεύτερο μέρος για την παρουσίασή του, μετά την πρόσφατη πολύ επιτυχημένη παρουσίαση στην Αθήνα.  

ΥΓ. Ε λοιπόν, δεν γνώριζα ότι το Βάγγου λεγόταν και Βάνουκου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s